Papers & Co

Γράμματα που δεν έστειλα


Στιγμές

Ο έρωτας, όπως και ο θάνατος,

είναι μια στιγμή.

Μια στιγμή που δεν νιώθεις τίποτα.

Μια στιγμή απόλυτης

ευτυχίας κι ηρεμίας.

Μια στιγμή ανεκτίμητη.

Τι δύο αυτές στιγμές

να τις αποφύγει δεν μπορεί κανείς.

Κρατάνε όσο ένα ανοιγόκλειμα των ματιών,

όσο κρατάς την αναπνοή σου πριν εκπνεύσεις.


Ανώνυμο 

Το κορμί μου φλέγεται στην σκέψη σου.

Το μυαλό μου πάει να εκραγεί

σαν κάνω να θυμηθώ το άγγιγμά σου.

Μόνη μου σκέψη

το πότε θα βρεθώ ξανά στην αγγαλιά σου.

Να με κρύψεις στα μπράτσα σου

να μην αφήσεις κανέναν να με φτάσει.

Θέλω να μείνουμε μόνοι σ' ένα σπίτι

να διαβάσουμε λογοτεχνία,

να κάνουμε σεξ μέχρι να μην αντέχουμε άλλο,

να χορέψουμε μεθυσμένοι rock n roll.


Θέλω να με κάνεις να ουρλιάξω.

Θέλω να σε κάνω να φωνάξεις το όνομά μου.

Να παίξουμε με τα κορμιά μας,

να τ' ανακαλύψουμε,

να κοιμηθούμε γυμνοί κι αγκαλισμένοι.

Με πνίγει που έρωτάς σου

δεν είναι στις καθημερινές μου απολαύσεις.

Ο έρωτάς σου είναι το μόνο που ζητώ,

όχι μόνο στο σώμα αλλά και στο μυαλό.


Όσο κι αν προσπαθώ να είμαι ρομαντική,

πάντα μου βγαίνει κάτι

πιο ρεαλιστικό

πιο ωμό.


Πολλές φορές νιώθω να με απομακρύνεις.

Μη με διώχνεις

δεν το αντέχω.

Θέλω να βγάλω τον πιο βαθύ εαυτό μου και να στον χαρίσω.

Ίσως δεν καταλάβεις,

σίγουρα θα γελάσεις.

Μα εγώ σε θέλω γι' αυτό.

Γιατί δεν ντρέπεσαι

δεν φοβάσαι.

Σε θέλω για να νιώθω ασφάλεια.

Σε θέλω γιατί δεν μπορώ να σε χάσω.

Όχι τώρα, όχι ακόμα.



                            Αθάνατη                  στην Κ.

Έχει και κάποιος άλλος τ' όνομά σου.

Της αγάπης τ' όνομα.

Έχει και κάποιος άλλος τα φτερά σου.

Σαν να σε βλέπω στα μάτια του,

σαν να σε ακούω στην φωνή του.

Δεν θα προλάβει να δει

ένα λουλούδι ν' ανθίζει,

δεν θα προλάβει να ερωτευτεί.

Δεν θα προλάβει να διαβάσει ένα καλό βιβλίο,

δεν θα πετάξει σε πράσινους ουρανούς.

Εσύ το' κανες,

εσύ μπόρεσες.

Πήγαινε στα όνειρά του

και δειξ' του το δρόμο.


Ανώνυμο 

Πέφτουν οι στάλες της βροχής.

Μια βροχή με ορμή.

Τι να κάνουν αυτοί;

Που πλάγιασαν για να μην τους παρασύρουν

τα ρυάκια που σχηματίστηκαν;

Σε ποιό τοίχο ακούμπησαν το κεφάλι τους;

Και ποιός νοιάστηκε;

Ας έβγαινα στην δυνατή βροχή να βρω ένα υπόστεγο

για να τους νιώσω,

να δω πως είναι να μην έχεις τίποτα

παρά εσένα τον ίδιο.

Κάποιος ίσως μου έλεγε "Θα κρυώσεις!"

Και λοιπόν; Αυτοί δεν κρυώνουν;

Αν μπορούσα να τους πάω όλους κάπου

και να ξέρω πως είναι όλοι ασφαλείς και ζεστά,

ίσως να μπορούσα ευκολότερα

να απολαύσω αυτόν τον απίστευτα όμορφο καιρό.

Λίμνες

Άνοιξαν οι ουρανοί

και σχηματίστηκαν δύο πανέμορφες λίμνες.

Πιο όμορφες δεν έχεις ξαναδεί.

Όλα τα πουλιά του κόσμου,

τα πιο όμορφα αποδημητικά,

κάθονταν στις όχθες τους να ξεδιψάσουν,

κι εκείνες τα δέχονταν με ανοιχτές αγκάλες.

Κι αν προσέξεις

όταν τις κοιτάς,

καθρευτίζουν τα όνειρά σου.

                 Καθώς θα ξυπνάς         στον Μ.

Καθώς θα ξυπνάς

δίπλα σε μια όμορφη ύπαρξη,

θυμησου το χαμόγελό μου.

Καθώς θα ξυπνάς

δίπλα σε μια γυναίκα που δεν είναι εγώ,

θυμήσου το βλέμμα μου.

Καθώς θα ξυπνάς

πλάι σε ένα άγνωστο κορμί,

και σαν θα το αγγίζεις,

ξανανιώσε τους μοιρούς μου

που τους έσφιγγες σαν έβγαινε ο ήλιος,

τα χέρια σου επίμονα

να μου χαρίσουν τον έρωτά τους.

Καθώς θα ξυπνάς

με την ανάμνηση ενός οργασμού,

θυμήσου πως ένιωθες

καυτά τα σωθικά μου.

Τίποτα απ' αυτά 

ίσως δεν ένιωθες,

μα τα μάτια σου μου το 'παν,

πως ίσως ζούσες

την ίδια έξταση.

Ανώνυμο

Είναι στιγμές που βλέπω το απαίσια αγγελικό πρόσωπό σου

και χαίρομαι που είμαι μακριά σου.

Είναι κι άλλες που η ασφάλειά σου

με προστάζει να γυρίσω κοντά σου.

Τα δάχτυλά σου έχουν νύχια που χαράζουν

και προσφέρουν το πιο όμορφο χάδι.

Σε μισώ βαθύτατα,

ούτε ένα κομμάτι μου δεν τρέφει αγάπη στην σκέψη σου.

Θα γυρίσω στην αγκάλη σου

το ξέρω.

Όμως ούτε ίχνος χαράς δεν θα φωτίσει τα μέσα μου,

μην πιστέψεις ούτε στιγμή

πως θα σ' αγαπήσω.

Ασέλγεια

Νιώθω άδειο το στόμα μου.

Προσπαθώ να το γεμίσω

με τσιγάρα και καφέ.

Όσο κι αν επιθυμώ,

δεν τολμώ.

Δεν μου ταιριάζει να γίνω τρίτος.

Τίποτα δικό σου δεν μπορεί

την φλόγα μου να σβήσει.

Μονάχα ο χρόνος,

ο σαμάνος,

που κάθε μέρα που περνά

νιώθω τη γιατρειά του.

Βιβλίο Ανοιχτό

Ανοίγω τις σελίδες σου

και μία μία

τις μυρίζω.

Παθιασμένα

με τα μάτια κλειστά,

ανοίγω τα ρουθούνια μου,

και απορροφώ τη μυρωδιά της ηλικίας σου.

Μυρίζεις έρωτα, θάνατο,

μια γαζία στο μπαλκόνι,

ένα ήρεμο γέλιο στην άγρια νύχτα,

μια καύλα στα μέσα του Ιούνη.

Σαν ξεκινώ να σε απολαμβάνω

βλέπω πως μια πρόταση

απ' τη μέση

σε αρχινά.

Τα δάχτυλά μου τρέχουν

ως την τελευταία σελίδα σου,

ψάχνουν μανιασμένα

το τέλος σου να βρουν.

Μα είναι σχεδόν κενή,

μια πρόταση κόπηκε στη μέση.

Δίχως τέλος και

δίχως αρχή,

ένα βιβλίο ανοιχτό,

που η ομορφιά του περιεχομένου του

δαγκώνει.

Ανώνυμο

Σε μια μαύρη θάλασσα

κολυμπάνε οι σκέψεις μου.

Το μυαλό μου ταξιδεύει

με ειστήριο φτηνό,

σε πρόσωπα σχεδόν νεκρά.

Χρειάζομαι έρωτα.

Ατελείωτο, παρορμιτικό, τρελό, άσκεφτο.

Χρειάζομαι τον έρωτα μιας κοπέλας ανώριμης

με καρδιά ανοιχτή κι έτοιμη.

Θέλω να καταλήξω στην κόλαση

κι ολονών οι ανεκπλήρωτοι έρωτες

να κάνουν σκάλα να κατέβω.

Σύρματα

Σαν κλείνω τα μάτια

βλέπω σύρματα.

Όλοι οι άνθρωποι που γνώρισα ποτέ

ματωμένοι

στα δεσμά τους κρύβονται.

Είναι όλοι νεκροί

και ξεχασμένοι.


Μ' αρέσει να βλέπω τους ανθρώπους να κοιμούνται

Μ'αρέσει να βλέπω τους ανθρώπους να κοιμούνται.

Άντρες, γυναίκες.

Φίλοι, σύντροφοι.

Μ'αρέσει να κοιτώ γαλήνια πρόσωπα

σαν παρατηρητής από ψηλά,

καθώς αυτά ταξιδεύουν

εν αγνοία της προσεκτικής ματιάς μου.

Σαν ακούω αθώα βογγητά

μια ηρεμία με κατακλύζει,

και χαλαρώνω την αναπνοή μου.

Καθώς τα μάτια μου ταξιδεύουν στα κορμιά τους,

καθώς τα δάχτυλά μου χορεύουν στο μισοσκόταδο.

Ζηλεύω τους ανθρώπους που κοιμούνται.


Θρηνώ

Θρηνώ για 'σένα

που δεν σε γνώρισα ποτέ,

όμως η ανάμνησή σου ζει

στα μάτια του γιου σου.


Θρηνώ για μια κοπέλα

που γυναίκα δεν πρόλαβε να γίνει.


Θρηνώ για έναν κόσμο

που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του,

μόνο τα 'κρυψε

κάτω από μια βολική πολυθρόνα.


Θρηνώ για έναν έρωτα

που γεμάτη τύψεις θυμάμαι,

και μετανιώνω κάθε λεπτό που περνάει

και δεν του εξηγώ πόσο πολύ ήθελα

να εγκαταλείψω τούτο τον κόσμο

και να κρυφτώ

κάτω απ' τα μαύρα του φτερά.


Θρηνώ για του ανθρώπους

που κρύβονται πίσω από χρωματιστά πανιά.


Θρηνώ για 'μένα την ίδια

που ντρέπομαι να σηκωθώ κάθε φορά που πέφτω.


Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου,

θρηνώ.

Η Φάρσα

Μοιάζεις να 'χεις φύγει από καιρό.

Μιλάς σαν νεκρός,

περπατάς σαν νεκρός,

φαίρεσαι σα νεκρός.

Κι όμως

εγώ βλέπω τόση ζωή μέσα σου

όση κανείς στον κόσμο δεν έχει ξαναδεί.


Τι αστείο...


Να θες να ζήσεις

και να σε πεθαίνει η ζωντάνια που κρύβεις μέσα σου.

Άνθρωποι-Γάτες


Παράκληση

 Αν μπορείς

σταμάτησε το χρόνο,

πάγωσε τη στιγμή

που στο βλέμμα των απελπισμένων

κυριαρχεί μια τελευταία ελπίδα.

Δήμητρα

 Να γεμίζεις τους άδειους δρόμους με το γέλιο σου.

Να κοιτάς έξω απ' τα τρένα

τις ξεχασμένες διαδρομές

και να τους δίνεις νόημα ξανά.

Να εξτασιάζεσαι στη σκέψη

της δύναμης με την οποία σκοτώνεσαι.

Να τρομάζεις στη θέα των εύθραυστων κορμιών,

και ίσως μετά από χρόνια καταλάβεις

τη σημασία της πληγής των άλλων.

Ουτοπία

 Εκεί που ο ήλιος σβήνει,

εκεί που οι νεκροί ξυπνούν,

εκεί που οι φανατικοί αγωνιστές

παραδίδουν τα όπλα.

Εκεί που οι ευχές τελειώνουν,

εκεί βλέπω στα μάτια σου

το δρόμο να χορεύει.

Ανώνυμο

 Χτες προσπάθησα να θυμηθώ

τη φωτιά του κορμιού σου.

Δεν είναι κρίμα να λείπει

απ' το κρύο στρώμα μου;

                         Η Χορεύτρια             στην Ν.

 Έμαθα δημιουργείς

πράγματα που δεν υπάρχουν.

Ζωγράφισε ένα κορίτσι

που τα ξέρει όλα τα βήματα

απ' όλους τους χορούς.

Μπορείς;

Ξέρεις,

ακόμα για 'σένα δακρύζει τα βράδια.


Μοντέρνες Φυλακές

 Χρυσές και εύθραυστες

οι μοντέρνες φυλακές στέκουν κρυμμένες,

στο κέντρο της πόλης.

Εκεί,

οι άνθρωποι-γάτες

παίζουν με το κουβάρι τους από ευθύνη,

και ξεπλένουν το μίσος τους

σε αβοήθητα κορμιά.

Η μέρα θα 'ρθεί

που τα κορμιά θα ξεπλέξουν τα κουβάρια,

πρόσωπο θ' αποκτήσουν,

και με τις κλωστές

θηλιές θα πλέξουν

για χνουδωτά κεφάλια.


Ανώνυμο

Αδημονώ τη στιγμή

που η γη θα σπάσει στα δυο

κι ένας πίδακας νερού

θα αναβλύζει

ώσπου να ξεδιψάσουν οι διψασμένοι.

Άφθονη τροφή θα βγαίνει

ώσπου να χορτάσουν οι πεινασμένοι.

Ανώνυμα

Κοιτάζοντας στον σπασμένο καθρέφτη

ψάχνω τρόπους να χαθώ μέσα στο σκοτάδι.

Περιτριγυρισμένη από τα λάθη της εφηβείας

αποχαιρετώ την αθωότητα που λάτρεψα.

Στην αναζήτηση του φωτός

γίνομαι ένα με τις αμαρτίες μου,

από φόβο

της διφορούμενης έννοιας του τέλους.

Ο Φόβος του Πνιγμού

Θυμάμαι μια θάλασσα

μέσα στην αγκαλιά σου.

Θυμάμαι το φόβο

μην πνιγώ.

Έρημα Κορμιά

 Στης φωτιάς το αναζωπύρωμα

οι ψυχές βγάζουν φτερά,
πετούν
ως το απέραντο νησί.

Στου φεγγαριού τη γυαλιστερή γραμμή

τα παιδιά ονειρεύονται
με τα μάτια καρφωμένα
στης θάλασσας το άπειρο.
Χίλιες άγριες ιστορίες
εξελίσσονται στα μάτια μου μπροστά

στου κορμιού σου τα σημάδια.
Μάτια που λάμπουν
κάτω απ' την πανσέληνο
φανερώνουν αιώνιες επιθυμίες.
Των νέων τα κορμιά
καίγονται κι αγγίζονται,
ιδρωμένοι οι εραστές
φέρνουν στη ζωή
των ποιητών τα κρυφά όνειρα.

                     Κατάλευκη Κυριακή       στον Τ.

Σαν κουτάβι

περίεργο για τον κόσμο,
περιπλανιέσαι

στους δρόμους παρατηρώντας.

Σαν λάμπει ο ήλιος
βλέπω το φεγγάρι στα μάτια σου,
σαν χαϊδεύω τις ρωγμές σου

σταματώ το δικό μου πόνο.
Το καλύτερο ποίημα που έγραψα ποτέ
ήσουν εσύ.

Ζάχαρη

Τι εκκωφαντικό θόρυβο που κάνει η ησυχία.

Σου λέει αυτά που ήδη ξέρεις

μα έξυπνα τα έχεις κρύψει

και δεν τα σκέφτεσαι πια.

Γι' αυτό θέλεις μονίμως με κάτι

ν' απασχολείς τ' αυτιά σου.

Μια φωνή να σε νανουρίζει,

μια μουσική να σε γαληνεύει.

Κλείσε τ' αυτία

και άνοιξε τα μάτια.

Ίσως Κρυφτό 
-ίσως διαβάζεται με το "will you still love me tomorrow" από Amy Winehouse να παίζει από πίσω-

Σπρώχνω τις ώρες
τα λεπτά
να βρεθώ κάτω απ' τ' αστέρια.
Κόρες που διαστέλλονται,
χαμόγελα πιο φωτεινά απ' την πανσέληνο
μέσα σε μια σιωπή
που κρύβει οικειότητα.
Δυο ζευγάρια πόδια
κουκουλωμένα κάτω απ' τα σεντόνια,
ψάχνουν το ένα το άλλο.
Θα με θέλεις ακόμα
όταν βγει ο ήλιος στην αγκαλιά σου;

Ανώνυμο

Κάποιος εκδικήθηκε,
άλλος προχώρησε.
Κάποιος γέλασε,
άλλος αυτοκτόνησε.
Κάποιος άλλος κλείστηκε στον εαυτό του.
Όλοι από έρωτα.

Κάποιος εκδικήθηκε,
άλλος προχώρησε.
Κάποιος γέλασε,
άλλος αυτοκτόνησε.
Κάποιος άλλος κλείστηκε στον εαυτό του.
Όλοι από θλίψη.

Κάποιος εκδικήθηκε,
άλλος προχώρησε.
Κάποιος γέλασε,
άλλος αυτοκτόνησε.
Κάποιος άλλος κλείστηκε στον εαυτό του.
Όλοι από φόβο,
κι ανασφάλεια.

Project: Θεός


Λούπα

Κοιτάς στον καθρέφτη.
Φοράς την αυτοπεποίθησή σου στο πρόσωπο.
Παρατάς την αυτοεκτίμησή σου στο συρτάρι,
ή απλώς την ξεχνάς
μέσα στην βιασύνη σου για απόλαυση,
τσαλακωμένη στο πάτωμα
εκεί που την άφησες,
εκεί που θα τη βρεις.
Περνάνε δίπλα σου οι ευκαιρίες
και 'συ τις θυσιάζεις
στο βωμό του ύπνου.
Πόσο σ' αρέσει το είδωλό σου...
Πρόσεχε, γλυκιά μου ανεμώνη,
μην ξημερώσει η μέρα
που θα αποφύγεις τον καθρέφτη σου.

Ανώνυμο

Νιώθω μια σκιά
κεντημένη από τις σκοτεινότερες σπηλιές της γης
μέσα μου.
Κατά καιρούς
θαρρώ πως αισθάνομαι τα κοφτερά
βρώμικα νύχια της
ανάμεσα στα στήθια μου
να προσπαθούν να με σκίσουν στα δυο,
να ελευθερώσουν
αυτή τη φοβερή πτυχή του εαυτού μου.
Πολλές φορές το κατευνάζω
μα
τα ιδρωμένα μου δάχτυλα
δεν μπορούν να με βοηθήσουν
πια.

Παράπονο

Όλες μου οι πράξεις
μια απεγνωσμένη προσπάθεια
κραυγής για βοήθεια.
Έχω ανάγκη από ένα κίνητρο.
Κουράστικα να τρέχω.
Κι είμαι πολύ μικρή για να είμαι κουρασμένη.

Μπάφος, κομπολόι & ρεμπέτικα να παίζουν από πίσω

Καθώς με μουδιάζει το κρύο και δεν σκέφτομαι
σε μια νύχτα που το φεγγάρι μοιάζει να σκίζει τα σύννεφα,
ανοίγω τα μάτια μου
και γύρω μου όλα
πιο σκοτεινά σαν να 'ναι.
Διακρίνω μια λάμψη σε μάτια που 'χα να δω καιρό
και κοντεύω να ξεχάσω
την υφή της ψυχής σου.
Κοίτα τις διεσταλμένες μου κόρες και πες μου
πως δεν έχεις νιώσει όπως εγώ.  

Γιατί δεν εξαφανίζομαι

Για τις μέρες που μετρώ
να σου πάρω ένα τελευταίο φιλί.
Για τις ώρες που μετρώ
να ξαπλώσω σε ένα ζεστό κρεβάτι.
Για τα λεπτά που απολαμβάνω
το τελευταίο τσιγάρο.

Για τις στιγμές που λυπάμαι.
Λυπάμαι που δεν μου φτάνει
η συμπάθεια των άλλων.
Λυπάμαι που δεν σου φτάνει
η αγάπη μου.
Λυπάμαι που εσύ, παλιέ μου φίλε,
δεν κοίταξες τα μάτια μου
την ώρα που ζωγραφίστηκε μέσα τους
η απογοήτευση.
Λυπάμαι που φταίω
που δεν με θυμάσαι αθώα,
όπως όταν με πρωτοείδες.

Γιατί λησμονώ μια ζεστή
χαμογελαστή αγκαλιά
χωρίς ερωτήσεις,
από τον άνθρωπο που με γέννησε.

Στην Άδεια Πλατεία

Στην άδεια πλατεία
οι γάτες ίσως σε πλησιάσουν,
τις κούνιες μόνο ο αέρας τις κουνά.
Το φόβο στα μάτια μου
μόνο τα δέντρα τον βλέπουν.
Στην άδεια πλατεία
ήχη απ' τ' αμάξια και τα τελευταία λεωφορεία
φτάνουν στ' αυτιά μου
σαν κραυγές απελπισμένων γυναικών.
Το αποτσίγαρο
μονάχα εγώ
το βλέπω ν' αργοσβήνει στα πλακάκια.
Στην άδεια πλατεία
μόνο εσύ είσαι εκεί.

Ανώνυμο

Υπάρχουν ψυχές διαλυμένες

που μια άκαρδη πόρνη

τις χώρισε

σε ουρανό και γη.

Κοίτα ψηλά

πως λάμπουν τα μάτια τους,

κοίτα χαμηλά

πως αναγεννιούνται τα σώματά τους.

Κάποιοι λένε

είδαν

μάτια

κορμιά

να ενώνονται

με την καρδιά εφαλτήριο

για να μπουσουλήσουν μπροστά.

Της Φυγής

Είστε όλοι κολλημένοι στην ίδια λούπα,
δεν ξέρετε πως διορθώνονται τα λάθη.
Μα δεν σας κατηγορώ 
αυτό κάνω κι εγώ.
Κρύβομαι μαζί με τους ξενύχτηδες
στα πρώτα λεωφορεία,
δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω
τα τζιτζίκια από τα τριζόνια.
Κι αν γελάω άγρια στη θέα του γερμένου νεανικού σώματος,
τα βράδια μου λείπει η ίδια αγάπη. 

Στην κούνια μου

Στην κούνια μου έβλεπα πάντα τ' αστέρια
μίλαγα μαζί τους σαν να τα ήξερα από πριν γεννηθώ,
μου λέγαν ιστορίες να με πάρει ο Μορφέας
και τα εμπιστευόμουν τυφλά.
Στην κούνια μου έψαχνα πάντα τ' αστέρια
καθώς μεγάλωνα λιγόστευαν
άλλαζαν πρόσωπο συχνά
και ξεχνούσα πότε βγήκα απ' τη μήτρα της μάνας μου,
προσπαθούσα να συμπληρώσω τις ιστορίες τους
βρίσκοντας πάντα, ύστερα από λίγο, την εμπιστοσύνη μου.
Στην κούνια μου έφτιαχνα πάντα τ' αστέρια
εγώ ήμουν αυτή που έλεγε τις ιστορίες
απελπισμένη να γυρίσει πίσω ο Μορφέας,
κι η εμπιστοσύνη μου είχε πια χαθεί
μαζί με τη μάνα μου.

        Ανώνυμο     στον Θ.

Μοιάζεις να γεννήθηκες
αλκυονίδες μέρες,
μοιάζεις σαν αεράκι
στα μέσα στου Ιούλη.
Όλα λάμπουν γύρω σου
κι εσύ
απλός παρατηρητής,
κλείνεις τα μάτια σου
και με κερδίζεις.
Παρατηρώ τις καμπύλες σου:
υγρές, σκουρόχρωμες, εξαίσιες.
Σε παρακαλώ,
μην ξαναφορέσεις τα ρούχα σου.

Ο Ήλιος του Απογεύματος

Λατρεύω τον ήλιο του απογεύματος,
με εμπνέει.
Τα σχέδια στα σύννεφα μου λένε ιστορίες
κι εγώ τις διηγούμαι
κοιτάζοντας τα δέντρα
για να θυμάμαι
πως η ζωή είναι ωραία.
Μου δείχνουν τη διαδρομή που θα με φέρει κοντά σου
απ' τους πιο πολυσύχναστους δρόμους.
Κοίτα μαζί μου
τους περαστικούς
τις αδέσποτες γάτες
και να θυμάσαι:
η ζωή συνεχίζεται.  

Αφιέρωση

Αυτό το ποίημα είναι για τα ηλιοβασιλέματα

για τα βράδια που δεν κοιμήθηκες,

για τα πρωινά που δεν ξύπνησες.

Για τα κορίτσια που αμαυρώθηκαν,

για τα αγόρια που σιώπησαν.

Γι' αυτούς που μεγάλωσαν πριν την ώρα τους,

γι' αυτούς που ξεχάστηκαν

γι' αυτούς που ρίχτηκαν στο περιθώριο.

Για τους φυγάδες,

για τους μάρτυρες.

Αυτό το ποίημα είναι γι' αυτούς που παρέμειναν παιδιά,

γι' αυτούς που δεν είχαν επιλογή,

για τους αγανακτησμένους.

Αυτό το ποίημα είναι για τους νεκρούς

πεθαμένους και μη.  

Οι Κυριακές

Οι Κυριακές είναι για την οικογένεια
να φάτε μαζί
δεν βλέπεστε συχνά.
Είναι για τους ερωτευμένους,
για μεγάλες βόλτες στην παραλία,
να φυσά ο αέρας
κι εσείς να κοιτάζεστε.
Οι Κυριακές δεν είναι για δουλειά,
είναι όμορφες πολύ. 
Οι Κυριακές δεν είναι για 'μένα
εγώ επιπλέω σ' έναν κόσμο βυθισμένων.

                                                                                                                                                                               10/04/2019

Ανώριμο Ποιηματάκι

Μιλήστε μου για τη ζωή

για τον έρωτα και τα βιβλία,

και θα δείτε πως θ' αναπνεύσω.

Ρίξτε με σ' ένα λιβάδι με λευκά λουλούδια

όμως πάρτε με από 'κει προτού βραδιάσει

και γίνουν τα πέταλα αγκάθια.

Μόνη μου δεν μπορώ να σκεφτώ

μια γυναίκα που χαμογελά

έναν ήρωα που έσωσε τον κόσμο.

Μόνη μου μετά χαράς

κάθομαι σε μυτερό κρεβάτι.   
                                                                                                                                                                         10/05/2019

Εικόνες Ενός Συγχυσμένου Μυαλού

                     Εν μία νυκτί              στον Π.

Απροσδόκητα μου άλλαξες τα μέσα μου.
Σε κοιτώ και ξεχνώ,
σε κοιτώ και θυμάμαι.
Δεν έχω μυαλό
με κινεί μια αόριστη αίσθηση ελευθερίας.
Λέω πως ξέρω πως θα καταλήξει
μα άλλο να ξέρεις τα πράγματα,
κι άλλο να τα γνωρίζεις.

           'Ενα Εσύ που Είναι Εγώ       στον Σ.

Βλέπω στα μάτια σου

έναν ατελείωτο δρόμο,

νιώθω στα χείλη σου

ουσίες που με καίνε,

πρόστυχες ιστορίες

εκτυλίσσονται στα μαλλιά σου.

Χάδια που δεν μου 'κανε κανείς

μου χαρίζουν τα χέρια σου.

Παραληρώ

στις λέξεις που δεν λες.

Γυρνάει το μυαλό μου

στη νύχτα εκείνη,

που τόσα λάθη έκανα

από αθώα περιέργεια,

κι από αγνή αγάπη

προς την φύση της τρυφερότητας.

Νύχτα είναι πάλι,

κι εγώ ψάνω ένα νόημα στις κινήσεις σου,

μέσα στην δική μου ακινησία.

                Ηχώ       στον Γ.Μ.

Στα βάθη της θάλασσας

κείτεται ένα κορμί

άψυχο.

Με πλούσια ρούχα διανθισμένο

εβένινα μαλλιά, καλοχτενισμένα

και χείλη κόκκινα.

Είναι Απρίλης

και ο ήλιος χρυσοστολίζει τα κοσμήματα

που απαλά ακουμπούν

στον τρυφερό λαιμό.

Στα βράχια στην ακτή

αιωρείται μια λευκή φιγούρα

μαύρα χείλη, μαύρα νύχια,

κοντά μαλλιά και μπερδεμένα.

Εκεί

υπάρχω εγώ,

το ξεχασμένο φάντασμα

ενός κάποτε θεοκόσμητου έρνους.

              Δεν θυμάμαι, ξέχασα(δαν)    στον Α.

Διάβασα ένα ποίημα

τόσες πολλές φορές

που στο τέλος έχασε το νόημα του.

Το κοίταξα τόσες πολλές φορές

που σκοτείνιασε

κι έπαψα να το βλέπω.

Το άκουσα τόσες φορές

που κατάλαβα πως δεν είχε ήχο.

Τόσες φορές τ' αγκάλιασα,

τόσες φορές

που τα χέρια μου άδειασαν,

το γεύτικα

ώσπου η γλώσσα μου ξεράθηκε.

Δεν το ένιωσα ούτε μία φορά

είχα χάσει τις αισθήσεις μου.

                 Αδερφέ μου           στον Α.

Αδερφέ μου, εσύ

που σπάνια με κοιτάς,

δες πόσα κατάφερα

χωρίς να χάσω το μυαλό μου.

Ένιωσα στη γλώσσα μου

σπασμένα γυαλιά.

Ένιωσα στα μάτια μου

φωτιά ν' αναβλίζει.

Κοίταξα την επανάσταση στα μάτια

κι απαρνήθηκα την άρνηση την ίδια.

Έψαξα να σε βρω

ένιωσα τα κομμάτια σου,

θαύμασα τις κόρες σου

κι αφουγκράστηκα τους χτύπους της καρδιάς σου.

Όμως είμαι εδώ

κι ας έκαψε η φωτιά την καρδιά μου

κι ας την τρύπησαν τα γυαλιά.

Γράφω γιατί δεν ξέρω να μιλώ

Φτιάχνω ποιήματα
να διαβαστούν σε παρεκκλήσια
να γραφτούν σε τοίχους.

Φτιάχνω ποιήματα
να γελάνε τα παιδιά,
φτιάχνω ιστορίες
να τις λένε τα κύμματα
και να ηρεμεί η ταραγμένη θάλασσα.

Γράφω γιατί δεν ξέρω να μιλώ,
γράφω για να ζωντανεύουν οι νεκροί,
γράφω για να με πάρει ο ύπνος.

           Ο Άνθρωπος που Χαϊδεύω     στον Π.

Άντρα μου, εσύ, γλυκέ
που ξενύχτησα πάνω σου τα ακροδάχτυλά μου,
άκου τα λόγια μου
θυμήσου τα χέρια μου
σου στέλνω την καρδιά μου.

Κοίταξέ με, αγάπη μου
πως γίνομαι ένα με τα κύματα της θάλασσας,
πως αναγεννώ απ' το χώμα τα κορμιά,
πως ανθίζω ανάμεσα στις κερασιές.

Κοίταξέ με, αγάπη μου, και δες με,
θυμίζω την φωτιά
και το ξύπνημα της άνοιξης.

Αγάπη μου όμορφη, εσύ
θέλω να δω τα μάτια σου
θέλω να τα φιλήσω,
να με κρατήσεις αγκαλιά
να μην μ' αφήσεις να σβήσω ξανά. 

Κάλεσμα

Θα σε πάω εκεί
που με φωνάζουν τα σύννεφα
και ξέρουν ότι δεν έχω όνομα.
Με κοιτάζουν τα πουλιά
έτσι όπως με κοίταζε η μάνα μου,
κι ο ουρανός προβλέπει
την επόμενη λιακάδα μου.

Θα σε πάω να καθήσουμε κάτω απ' τις κερασιές,
εκεί όπου βρήκα έδαφος να καλλιεργήσω
ευλογημένο απ' τον ιδρώτα μου.
Εκεί που τα σύννεφα δεν αλλάζουν θέση,
θα σε πάω εκεί όπου ζω μια στιγμή ηρεμίας
εκεί που η αγάπη μου μετράει.  

Ξημέρωσε

Ένιωσα την ζωή να με γεμίζει,
οι μέρες μου γεμάτες ηδονή
γεμάτες έρωτα και ησυχία.
Δεν ήθελα να τελειώσει.

Ανόητα τοποθέτησα
την μοναδική μου ασπίδα στα χέρια σου.
Ο μπαμπάς με είχε συμβουλεύσει
να κοιτώ κι απ' τις δυο πλευρές του δρόμου.
Με τύφλωσε μια αόρατη αίσθηση ελευθερίας,
και τελικά με χτύπησε η ζωή
με την ασημένια πανοπλία της.
Σου 'δωσε για όπλο την αλλαζονία
κι η δική μου κόκκινη ασπίδα
αχρηστεύτηκε. 

Τα χέρια μου

Χέρια ταλαιπωρημένα,
δάχτυλα χοντροκομμένα.
Τα χέρια μου έχουν ματώσει
τα χέρια μου έχουν θρηνήσει.

Ξερουν μόνο χάδια να δίνουν.
Έχουν πληγές ανοιχτές
που λένε ιστορίες
κι η Σεχραζάτ ζηλεύει.

Οι φλέβες μου πετάγονται
καθώς τυλίγονται γύρω απ' τον λαιμό μου.
Μην κοιτάς τα χέρια μου
τα δόντια μου κοίτα
που περίφανα ποτέ δεν έπαψα να δείχνω.
Τιμωρώ τα χέρια μου
που χάδια έκαναν 
σε ανάξια κορμιά. 

Γελάει ο νους με τις αναμνήσεις του σώματος 

Γελάει ο νους
με τις αναμνήσεις του σώματος,
κρύβεται στο δέρμα
και ξεκαρδίζεται,
ορειβατεί στα δάχτυλα σου
και σε χλευάζει.

Η ανάσα σου το ξέρει
πως το σώμα σου μιλά
στην ένταση που σπάζουν τα δόντια
κοκκινίζουν τα χείλη
και εμφανίζεται η ανάγκη,
άσχημη και κακοφωτισμένη
και μ' ένα βλέμμα της σου λυγίζει τα πόδια. 

Νομίζεις ότι μπορείς να ξεφύγεις
μα δεν σου ανήκει το σώμα σου,
ανήκει στην ηδονή
ανήκει στους χτύπους της καρδιάς σου.
Ανήκει σε 'μένα
την ένοχη σκέψη
που κρύβεται στο στήθος σου
και ταράζει τον νου σου. 

         Τρίτο Παγκάκι Αριστερά    στον Χ.

Είμαι μουδιασμένη.
Σε κοιτώ να φεύγεις
και δεν μπορώ να κινηθώ.
Η ύπαρξή μου δεν χωράει
σε ολόκληρη πλατεία.
Η γλυκιά σου φύση είναι που με πληγώνει πιο πολύ.
Προσπάθησα
και θα περιμένω,
γιατί δεν θέλω να μπερδέψεις τα συναισθήματά μου για άλλον
γιατί αυτό το ποίημα
είναι ξεκάθαρα δικό σου. 

Ανώνυμο

Τα δάκρυά μου ταξιδεύουν
στο πρόσωπό μου,
και καταλήγουν στα χείλη μου
που τόσο καιρό έχουν να σ' αγγίξουν.
Όταν σ' έχασα
σ' εκείνη την στιγμή
τότε πιο πολύ σε ήθελα.

Καρουζέλ

Είμαι πάνω σε ένα καρουζέλ,
μία πάνω
και σου χαμογελώ
μία κάτω
και σε χάνω.
Τα χέρια μου έχουν κλειδώσει στις λαβές,
δεν είναι πια παιχνίδι.
Ψάχνω να κλείσω τον διακόπτη
να σβήσουν τα φώτα,
και να με καθοδηγήσει η ψυχή σου
να φτάσω στο άνοιγμα των χεριών σου
και να κρυφτώ εκεί.
Στην αγκαλιά σου τίποτα δεν με βλάπτει. 

Εγκλεισμός


Φοβάμαι

Δεν τα πάω καλά με 'μένα,
μα ως πότε θα μ' αποφεύγω;
Ο προσανατολισμός της σκέψης μου έχει θολώσει,
η πυξίδα κοντεύει να σπάσει.
Ποιά είναι η ιδεολογία μου; Εγώ; Αυτοί; Εμείς;

Σου δίνω το χέρι μου και χαμογελώ
μα τι υπάρχει από κάτω;
Βρήκα ευκαιρία να ψάξω
και να αντιμετωπίσω ό,τι πιο πολύ φοβάμαι.
Δεν είναι το έξω που με τρομάζει
μπορεί ο εχθρός να είναι αόρατος
αλλά ξέρω ποιος είναι.
Το μέσα με τρομοκρατεί,
εκεί υπάρχω εγώ
η πιο ανεξερεύνητη γη
και ξέρω ακριβώς πως να μου κόψω τα γόνατα.

Απολογία

Έρχεσαι δίπλα μου
και το χαμόγελό μου σου δίνει το πράσινο φως
μα κοντά μου το πράσινο γίνεται κόκκινο,
κοντά μου δεν υπάρχει ηρεμία.
Οι ανάγκες μου επισκιάζουν ό,τι καλό.
Δεν ξέρω πως να σε βοηθήσω,
δεν ξέρω πως να κάνω ένα-ένα τα βήματα.
Συγγνώμη γλυκιά μου
δεν είμαι για χόρταση.

Μια Απλή Στιγμή

Το δωμάτιο μοσχοβολαέι,
τα χρώματα θυμίζουν παλιά φωτογραφική μηχανή.
Η μουσική σε μεταφέρει στην Κούβα
και τα κορμιά λαμπυρίζουν.
Ήχοι απ' το μαχαίρι στο ξύλο
κι απαλό σιγοτραγούδισμα
γεμίζουν την μέρα μας.
Είναι η πιο όμορφη
απλή στιγμή.

Αγγελική

Είχα στον κήπο μου μια αγγελική,
κι έναν κάκτο στο μπαλκόνι.
Χαζεύω την ζωή που περνά
και με χαιρετάει.
Κι αναρωτιέμαι
πότε θα περάσει μια και καλή
και πίσω δεν θα ξανάρθει.
Κι αναρωτιέμαι
πότε ήμουνα παιδί
και πως μεγάλωσα.

Θυμάμαι την αγγελική,
ήταν εκεί πριν γεννηθώ.
Πέρασαν έντεκα χρόνια και μαράθηκε.
Τότε πήρα τον κάκτο,
τον πότιζα κάθε τρείς μήνες.
Πέρασαν άλλα έντεκα,
μαράθηκε κι αυτός.

Σπονδή

Η θάλασσα είναι ένας αυστηρός θεός,
κι εμείς κολυμπάμε στους κήπους του.
Αλλάζει διάθεση.
Αλλάζει χρώμα.
Αλλάζει αντιμετώπιση.
Αν δείξεις σεβασμό
θα σ' αγκαλιάσει.
Αν δείξεις φόβο
ίσως σε πνίξει,
ίσως σε μάθει.

Έχει πιστό σύντροφο τον ουρανό,
και εραστή τα βράχια.
Είναι ζηλιάρης, ευέξαπτος.
Γι' αυτό κι εγώ, κάνω θυσίες στο βωμό του.
Προσεύχομαι για ηρεμία,
προσεύχομαι για τους θνητούς.
Κι αν είναι να με πάει να δω την μάνα μου,
προσεύχομαι να έχω κοιμηθεί.